επιστροφή


Η ατέλειωτη γραφή του αίματος
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Το φονικό, διπλό και ειδεχθές,
κι ο άθλιος αυτόχειρας εκ Μάνης

Ένα καυτό απόγεμα, αργά, κοντά στο σούρουπο, στα μέσα τού Αυγούστου τού '23, τού χίλια εννιακόσια εικοστρία, σ'ένα δακρύβρεχτο τελειωτικά αγρό - και προ ολίγου αιματοβαμμένον άρχισε αυτή η ιστορία πού, ατυχώς, δέ θά'χε τελειωμό. Είχε μπλαβίσει πιά ο ουρανός κι οι περισσότεροι, όλοι σχεδόν, πού είχανε αγκομαχήσει εκεί τριγύρω, στά χωράφια τους, στ'αμπέλια τους, σέ κάτι ψευτοκήπους, φτωχοί νοικοκυραίοι καί ακόμα πιό φτωχοί εργάτες, γύφτοι οι δεύτεροι κατά τό πλείστον, είχαν περιμαζέψει κιόλας τά εργαλεία τους, τά ρούχα τους καί τ'αποφάγια τους κι είχανε πάρει πιά τόν δρόμο γιά τά σπίτια τους, στό κοντινό χωριό καί σ'ένα άλλο, λίγο παραπέρα. Οταν ηχήσανε στήν ερημιά καί αντηχήσανε στά γύρω υψώματα τρείς ντουφεκιές, η κάθε μιά κι ένα νεκρό κορμί, δυό νέων γυναικών, από τήν ίδια μάνα γεννημένων, κι εκείνου πού τίς πυροβόλησε, νέου κι αυτού, σχεδόν παιδάριου, ρημάξανε τό απόβραδο σάν κεραυνοί απρόσμενοι εν αιθρία. Ωστόσο, δέν τραβήξανε τήν προσοχή, καθώς δέ λείπανε απ'τήν περιοχή οι κυνηγοί καί ένας λόγος παραπάνω πού πετάχτηκε τήν ίδια ώρα ένα σμάρι σιταρίθρες καί σπαθίσαν τόν αέρα, πέρα δώθε, δέκα ως δώδεκα φορές, τρομαγμένες καί σχεδόν αλλόφρονες, μέχρι νά κατακαθήσουν, νά κουρνιάσουν καί νά ηρεμήσουν. Καί πολύ λιγότερο θά φανταζότανε κανείς τους ότι τά μισοαφημένα, μισοθερισμένα στάχυα τού συγκεκριμένου χωραφιού, στήν άκρη από τά υπόλοιπα είναι η αλήθεια, θά ρένονταν μέ αίμα νεανικό καί ζέον, βίαια, κι αργότερα, αφού είχαν περάσει πιά οι σκοτεινές εκείνες ώρες τής νυχτός, μέ δάκρυα αστείρευτα, μά ανώφελα.

Τό μόνο πού απόμεινε ν'ακούγεται εκεί - κι αυτό άν τύχαινε ή πήγαινε κανείς πολύ κοντά - ν'ακούγεται συνέχεια, γιά ώρες ατελείωτες, ήταν τό κλάμα ενός μωρού, νεογέννητου, πού είχε απομείνει, εκ τών πραγμάτων, έρημο καί απροστάτευτο καί νηστικό ολόκληρη τή νύχτα καί πού, από θαύμα, δέν τό άκουσαν (ή τό άκουσαν καί τό σεβάστηκαν, τό πόνεσαν ή τό λυπήθηκαν), τό κλάμα δηλαδή καί τό μωρό, οι λύκοι, τά τσακάλια, οι αλεπούδες κι οι νυφίτσες, φερ'ειπείν, ακόμα καί τά φίδια, σαύρες καί σκορπιοί, καθόλου σπάνια στά μέρη εκείνα, πού ίσως θά τό πνίγανε ή θά τό τρώγανε, θά τό θανάτωναν έτσι κι αλλιώς, Μά τίποτε δέν έγινε απ'όλ'αυτά, σά νά'χε πέσει η αγία σκέπη τού Θεού πάνω στό βρέφος, νά'σβησε τίς φωνές, τίς μυρουδιές του, ακόμη καί τή γλύκα τού αίματός του καί τού σάλιου, τών δακρύων του, νά κράτησε μακρυά τά πάντα, κι επί πλέον τά μερμύγκια, τά μαμούνια καί τούς χρυσομπάμπουρες, όλα όσα θά μπορούσαν νά τρυπώσουν στά αυτιά του καί στά μάτια του ή στά ρουθούνια του καί νά τό σκάσουν.

Κι ήταν όντως ένα θαύμα ανεξήγητο, όπως ανεξήγητα αινίγματα θά κρέμονταν ένα σωρό επάνω από τό χωριό, κυρίως γύρω από τή χαροκαμένη οικογένεια. Καί πρώτα πρώτα, η άργητα εκείνου τού πατέρα τών δύο αδικοσκοτωμένων κοριτσιών, νά ξεκινήσει αναιτίως καθυστερημένα, αφού είχαν πνιγεί καλά καλά στό αίμα τους, είχε συνοφρυώσει αρκετούς, πού μούτρωσαν καί συλλογιόνταν χίλια δυό, αναρωτούμενοι ιδίως τό γιατί (καί τί) περίμενε ο δόλιος τόσες ώρες. Γιατί, όπως θά αφηγιόταν καί θά ομολογούσε αργότερα ο ίδιος, θρηνώντας πάνω από τά φέρετρα, μεμφόμενος τόν εαυτό του, κλαίγοντας, καί όλ'αυτά ματαίως (μιά καί δέν ήταν, εξ αντικειμένου, δυνατόν νά'χε προλάβει ό,τιδήποτε, εκτός κι άν φρόντιζε προσεκτικά καί μέ αυστηρότητα πρίν από μήνες), δέν είχε κλείσει μάτι όλη τή νύχτα καί τόν είχα ζώσει μαύρα φίδια, όταν είχανε περάσει τά μεσάνυχτα, καί πλέον, καί δέν είχαν έρθει, ούτε η μιά ούτε η άλλη κόρη του,νά τόν νοιαστούν, όπως συνήθιζαν, νά τόν ρωτήσουνε, πώς είσαι; μάς χρειάζεσαι;. Τότε μονάχα είχε τρέξει, καθυστερημένα, νύχτα ακόμη, στό σπίτι τής μεγάλης κόρης του, τής παντρεμένης χήρας, κι οταν τό είδε άδειο, τά κρεβάτια απείραχτα, καλοστρωμένα, κρύα, ένιωσε νά είναι μαζεμένο όλο τό αίμα στό κεφάλι του, νά τό χτυπά, νά τό ματώνει καί νά τό τυφλώνει, νά μή βλέπει παρά ένα κατακόκκινο δωμάτιο, μέ κατακόκκινα κρεβάτια, λές κι ότι είχανε αιματοβάψει όλο τό σπίτι κι όσα είχε ο ίδιος μέσα του, ή πώς ο εγκέφαλός του ήτανε πλημμυρισμένος από αίμα άρρωστο καί σκουριασμένο. Ομως καί πάλι όλ'αυτά ματαίως, καθυστερημένα, θά σκεφτόντανε οι χωριανοί, γιατί τόν είχε τυφλωμένο η μοίρα πρό πολλού κι έμενε μόνος στό παλιό του σπίτι, τό σχεδόν ερείπιο, σάν ένα δέντρο ανάπηρο, σαρακοφαγωμένο, έρημο, τόσο πού νά μήν έχει δίπλα του κανέναν, νά τού ανάψει ένα φώς ή νά τόν σπρώξει, νά ξυπνήσει εγκαίρως.

Κι έτσι δέν τού έμενε άλλος δρόμος (αφηγιόταν πάντα εν μέσω οδυρμών) παρά εκείνος πού τόν οδηγούσε στό μοναδικό χωράφι τους, εκεί πού γνώριζε πώς θά θερίζανε οι δυό του κόρες, αβοήθητες καί μόνες (μά γιατί; άλλο ερώτημα), έτρεξε αλλόφρων, πανικόβλητος καί τρέμοντας - ήτανε χάραμα ακόμα καί η πλάση μόλις πού δεχότανε τό πρώτο φώς, πού αποδείχτηκε αρκετό ωστόσο γιά νά δεί τό άγριο θέαμα, τίς δυό κοπέλες, θυγατέρες του, πού πλέανε στό αίμα άπνοες, σχεδόν αγκαλιασμένες, καί λίγα βήματα πιό πέρα τόν μοιραίο ένοπλο, τόν εν στολή, νά κείται ανάσκελος, μέ τό κεφάλι του μισό από τόν τρίτο σμπάρο (τό άλλο μισό θά τό'χαν πάρει τό μπαρούτι, τό μολύβι, ο αγέρας, θά τό είχαν κάνει σκόνη, θά τό είχανε εξακοντίσει μακρυά, εν μέρει καί στά γύρω χόρτα καί αγκάθια), όπως θά συμπέρανε εύκολα ο άμοιρος πατέρας, πού δέ θά χρειαζόταν άλλωστε, παρ'όλο του τόν τρόμο καί τήν ταραχή, νά αναρωτηθεί ποιός ήταν ο φονιάς, πώς είχε γίνει τό κακό, γιά ποιάν αιτία. Τώρα τά έβλεπε όλα, τό ριγμένο όπλο, τά νεκρά κορμιά, προπαντός τά άλλα, όλα εκείνα πού, περίεργα ανάπηρος στήν αίσθησή του, στόν θυμό του, δέ δεχότανε ή αψηφούσε νά τά δεί τόσον καιρό καί νά τά φοβηθεί, αυτά πού είχαν νιώσει, τά προβλέπανε καί τούς τρομάζανε, όλοι οι άλλοι στό χωριό, τουλάχιστον οι πιό προσεχτικοί κι οι πλέον κουτσομπόληδες, βουβά κι επιφυλακτικά εν τούτοις, πληγωμένοι καί οί ίδιοι, τόσο η κοινωνία τού χωριού, όσο καί οι ξωμάχοι τής περιοχής, άλλοι δικοί του άνθρωποι καί φίλοι του, άλλοι αδιάφοροι καί πεισμωμένοι ή κλειστοί, οι πιό πολλοί.

Καί τότε ο δόλιος ο πατέρας καί παππούς συνάμα, αφού έμεινε άλαλος κι εμβρόντητος γιά λίγο,αναλύθηκε σέ κλάμα κι έβγαλε στεντόριες κραυγές, σά νά πνιγόταν, νά μήν έβρισκε καμία λέξη, λόγο νά αρθρώσει, σκλήρισε απελπισμένα, ξανασκλήρισε, ρημαγμένος κι εξουθενωμένος, λυγισμένος καί γονατισμένος καί σέ λίγο όλος αίματα καί χώματα, μέχρι πού μέσα στίς σκληριές του άκουσε ένα κλάμα βρέφους. Τότε στράφηκε τό ίδιο καί χειρότερα αλλόφρων, έψαξε ένα γύρω, μήν τυχόν τού λάχαινε κι άλλο κακό, βρήκε τό μωρό χωμένο σέ καλάμια, σκεπασμένο μέ ξερά χορτάρια, σά νά είχε μόνο του αναζητήσει ή επινοήσει, από ένστικτο, ένα κρυψώνα, καί γύρω του, λές κι ήτανε σχηματισμένο έν'αλώνι, ένας κύκλος θείας προστασίας, όπου απ'έξω διακρίνονταν πλήθος από ακαθαρσίες ζώων καί περπατησιές τους, καί μιά στρατιά από μερμύγκια, μαύρα, ευμεγέθη, κι άλλα τέτοια ένα σωρό, όλα επικίνδυνα γιά τή ζωή του, αλλά όλα έξω απ'τό αλώνι, κι εκείνο νά σαλεύει τώρα καί νά κλαίει εξαντλημένο πλέον, αλλά ζωντανό. Ηταν πράγματι ένα θαύμα, λές κι ότι ξαναφυσούσε η ζωή, ότι αναδυόταν πάλι από τή γή, έτσι πού ο παππούς δέν άντεξε καί αναλύθηκε πάλι σέ δάκρυα - κι ανακουφίστηκε, έστω γιά λίγο. Φυσικά, δέν έκλεισε εκεί η ιστορία, ούτε θά' ταν δυνατόν νά ξεχαστεί, καθόλου, πίσω από τίς πόρτες ή πάνω στά δέντρα, κρεμασμένη καί λησμονημένη, σάν απορριγμένο ρούχο στά αραποσίτια ή καί στόν ξερόλακκο, κουρέλι αζήτητο στίς γούβες μέ τό βρόχινο νερό.

Γιατί όλοι τους γνωρίζανε ή είχαν μυριστεί τόν σάπιο έρωτα καί τόν σκουλικιασμένο πού έτρωγε από καιρό τόν χωροφύλακα, οι πιό πολλοί ψιθύριζαν γιά τά κακά τους προαισθήματα, γιά όνειρα σημαδιακά ή γιά καυγάδες καί μισόλογα από τά πρόσωπα τής τραγωδίας, από κείνον τόν ξενομερίτη τόν φονιά κυρίως, πού είχε πεί (αφού είχε πιεί) ένα βράδυ στήν ταβέρνα τού χωριού, πώς "τέτοιες ιστορίες λύνονται μόνο μέ αίμα" - τό δικό του, όπως αποδείχθηκε, μά καί τών άλλων, πού δέν είχαν φταίξει ούτε καί τού χρώσταγαν καθόλου, ο,τιδήποτε, καί οπωσδήποτε όχι τή ζωή τους - όμως κι από κείνη, τήν αδικοσκοτωμένη πιά γυναίκα πού, σέ μιά στιγμή απόγνωσης, είχε εκμυστηρευθεί σέ κάποια φιληνάδα της πώς ήταν προτιμότερος ο τάφος (άραγε πώς νά τόν πρόβλεψε;) παρά ο έρωτας τού όποιου άντρα, έξω από κείνον πού τήν είχε δέσει μέ αγάπη στήν αρχή,μέ στεφάνι ύστερα, καί τέλος μέ παιδί - καί όχι μόνο - ασχέτως άν εκείνος, ο μοναδικός αγαπημένος, είχε φύγει από τή ζωή, πρόσφατα κι απροσδόκητα, στόν άλλον κόσμο, τόν αληθινό. Αργότερα θά λέγανε οι γεροντότεροι πώς όλ'αυτά θυμίζαν σκουριασμένα λόγια, πού τά λησμονούν, αλίμονο, οι άνθρωποι, τ'αφήνουνε νά πέσουνε στή γή, σάν κάλπικα νομίσματα, στό χώμα, σήπονται κεί αργά αργά, σκουριάζουν, λιώνουνε. Μπορεί μιά μέρα ακαθόριστη, σημαδιακή, ν'αποδειχτούνε λίπασμα ή, αντίθετα, επιβλαβή απόβλητα γιά τή ζωή τους, τήν επί τής γής ή τή μεταθανάτια, τή δική τους, τών παιδιών τους, τότε πού θά φαρμακώνουνε τούς απογόνους,θά τ'αναθυμούνται εκείνοι καί θά οδύρονται γιά αμαρτίες πού δέν είχαν ζήσει ούτε καί τίς είχαν προκαλέσει μέ τίς όποιες πράξεις τους, τά παραπτώματά τους. Αυτά συμβαίνουν, λέγανε, από παλαιοτάτων ή κι αρχαιοτάτων χρόνων, γι'αυτό τά μάτια τών νεκρών τους, όχι όλων, όμως κάποιων, στάζουν αίμα, σάν θαυματουργά εικονίσματα ή όνειρα επίφοβα.

Καί όντως, ήτανε φορές πού πνίγονταν στό αίμα, κόντευαν νά στάξουνε, τά μάτια τού ξενομερίτη χωροφύλακα, πού βυθιζόντανε σέ έναν κόσμο ερέβους, λές καί αποκαλύπτανε τά άθλια μέλλοντα, τά δικά του καί τών άλλων, πού τά θηλυκά τους αίματα φωνάζαν γιά τό άδικο καί κλαίγαν γιά καιρό, ατέλειωτα, γιά χρόνια. Ηταν ένα παλικάρι σκούρο, μαύρα τά μαλλιά καί δέρμα σάν τού γύφτου, τσιτωμένο, μελαψό, μέ δυό μάτια πράσινα, αταίριαστα στό πρόσωπό του, κόκκινα καί τσιμπλιασμένα πότε πότε, μέ τό κάτω χείλι του σάν κρεμασμένο, μόνιμα υγρό, λές καί θά τού πέφτανε τά σάλια απ'τή μιά στιγμή στήν άλλη, ένα παλικάρι πού οι χωριανοί δέν είχαν καταλάβει από πού κρατούσε η σκούφια του (τό χακί καλπάκι του πού τό φορούσε ακριβώς κατεβασμένο ίσα μέ τά φρύδια, μέ τό εθνόσημο ακριβώς επάνω από τό σμίξιμό τους, λές καί τό σημάδευε κάθε πρωί σχολαστικά), γιατί τό όνομά του μέν τελείωνε σέ -άκης, κάτι τέτοιο, επομένως κρητικός τό πιθανότερο, αλλά ο ίδιος όλο αναθυμότανε τή Μάνη καί τά στερημένα παιδικά του χρόνια, τά ξυπόλητά του πόδια καί τά μπαλωμένα ρούχα του, τό πώς τρώγανε - μόνος του τά'λεγε, χαμογελώντας, σά νά τό'χε καύχημα - τίς πιό πολλές βραδιές βρασμένα αγριόχορτα, καμιά φορά καί τρυφερά κλαδιά τών δέντρων, έτσι ωμά ("σάν ζώα" θά ψιθύριζαν οι χωριανοί,πού δέν κολύμπαγαν στά πλούτη οπωσδήποτε, μά δέν τούς λείπανε τουλάχιστον τά στοιχειώδη, τ'απαραίτητα, όσα έδινε, μετά από κόπο σίγουρα κι ιδρώτα, αυτό τό άγιο χώμα τής Μακεδονίας, τής Χαλκιδικής τους), κάποιοι πάλι σά νά ξεχωρίζαν μιά χροιά θρακιώτικη στήν ομιλία του, άλλοι μακεδονική, ενώ άλλοι λέγανε "νησιώτης οπωσδήποτε". Εμενε, όντως, ένα άλυτο μυστήριο, τό πιό αθώο κι άκακο, τό από πού προέρχονταν όλο εκείνο τό αίμα καί τά σάλια, τό γινάτι πού μαζεύονταν, φορές φορές, στά μάτια του, όταν σκοτείνιαζε τό πρόσωπό του κι έμοιαζε σά νά τό καίγανε αστροπελέκια.

Από τίς λίγες τίς φορές πού θά'πιανε κουβέντα, όταν δέ χανόταν απροόπτως καί δέν ξεμονάχιαζε, δέν έστηνε καρτέρια, σέ χωράφια ή σέ έρημα δρομάκια, μ'έναν τρόπο άπρεπο κι αδέξιο τίς πιό πολλές φορές, εκείνη, πού περιφλεγής ο χωροφύλακας στά σίγουρα κι εκτός εαυτού, θά σκότωνε αργότερα, θά διηγόταν κάποια όνειρα παράξενα, θά τό'κανε γιά λόγους ανεξήγητους, σέ ώρες πού δέν τό περίμενε κανείς, όπως, παράδειγμα, ότι ένα βράδυ, αγωνιών εν ύπνω

βλέπει νά έρχεται ευθεία καταπάνω του μιά σφαίρα
νά έρχεται χωρίς νά φαίνεται από πού
καί μέ κατεύθυνση καί στόχο τό κεφάλι του
κάπου ανάμεσα στό στόμα καί στή μύτη του
στήν άκρη τών χειλιών
όμως σέ μιά απίθανη στιγμή
τό βλήμα ταλαντεύεται
καί τελικά ακινητεί μετέωρο
απλώνει εκείνος τήν παλάμη του
καί τό χουφτώνει
τό φέρνει καί τό ακουμπά στό πρόσωπό του
στό σημείο πού έχει υπολογίσει
φαντασθεί ή φοβηθεί
πώς θά χωθεί η σφαίρα
θά νεκρώσει τήν ανάσα του μοιραία
τελεσίδικα

εφ'όσον τό πρωί τό μαξιλάρι του (έτσι τούς είπε) ήταν βαμμένο κόκκινο καί μουσκεμένο, παρ'όλο πού - περίεργο - τό πρόσωπό του, πού έσπευσε ανήσυχος νά εξετάσει στόν καθρέφτη, έμεινε καθαρό κι ανέπαφο, χωρίς ίχνος πληγής ή αμυχής.

Κάποιο άλλο βράδυ, πιό παλιά, σκοτισμένος από τό ρακί, πού δέν τό σήκωνε καθόλου, τούς κλαιγότανε ότι δέν είχε σπίτι ούτε οικογένεια, ότι είχε αναγκασθεί νά τά εγκαταλείψει όλα από πολύν καιρό, απ'τόν καιρό σχεδόν πού είχε χάσει τόν πατέρα του, στόν πόλεμο τού '13, όπως έλεγε, πώς δέ γινότανε αλλιώς παρά νά πάρει τών ματιών του, γιατί "ο καπετάνιος μού γαμεί τή μάνα μου",έλεγε αδιάντροπα, μέ κρεμασμένο πιό πολύ τό χείλι του απ'τό συνηθισμένο. Οι χωριανοί ακούσανε τό όνειρο αμίλητοι, θυμόντανε καί τούτα γιά τή μάνα του καί γιά τόν "καπετάνιο" (αλήθεια; ψέματα; ποιός νά'ξερε;) καί συλλογιόνταν μερικοί γελούσαν κάτω από τά μουστάκια τους, ελάχιστοι - ότι δέν ήταν νά τόν έχουνε εμπιστοσύνη έναν τέτοιον άνθρωπο, ούτε γιά τό άν τούς έλεγε αλήθεια ούτε γιά τά πάθη του τά απερίγραπτα, τό δεύτερο κυρίως. Καί "νά πού βγάλαν όλ'αυτά", θά μουρμουρίζαν τώρα, θριαμβολογούντες κατά κάποιον τρόπο, ότι δήθεν τά'χανε προβλέψει, πίσω από τίς πόρτες τους, τίς νύχτες, ύστερα απ'τό φονικό.

Τί άλλο νά τού έκαιγε τήν κεφαλή, τί νά τόν σκότιζε; Κανείς δέ θά μπορούσε νά τούς πεί, νά τούς φωτίσει, λιγότερο απ'όλους βέβαια εκείνος καί η κεφαλή του, γιατί τώρα ήταν σκορπισμένη στόν αέρα η μισή, εξαερωμένα όλα τ'άχτια του καί τά φαντάσματά του, ραντισμένα εδώ κι εκεί, χαμένα, αφού ό,τι πέφτει από τόν ουρανό, τό ρουφούν, τό καταπίνουνε η γή καί όσα βρίσκονται, φυτρώνουν, σέρνονται επ'αυτής. Μά ούτε καί η απομείνασα μισή μπορούσε νά τούς μολογήσει τίποτα, γιατ'ήταν επί πλέον άλαλη, θαμμένη από καιρό καί μάλιστα μακρυά τους, σ'έναν τόπο πού δέ θά νοιαζόντανε, ούτε καί θά'θελαν νά βρούν ποτέ οι χωριανοί. Μπορεί αυτός ο έρωτάς του (εάν ήταν όντως έρως), ο θρυμματισμένος, νά είχε γίνει κομματάκια από καιρό, νά κατοικούσανε στήν τσέπη τού λερού του αμπέχωνου γυαλιά σπασμένα ή καί κρύσταλλα, πού, όταν ήθελε νά τόν πονέσουν, ν' αναθυμηθεί τό πάθος του, πόσο τόν πλήγωνε καί τόν κατάκαιγε, νά'χωνε τή γυμνή παλάμη του, νά έσφιγγε τά θρύψαλα απεγνωσμένα, νά μάτωνε από εκατομμύρια βελόνες, ο καημένος, κακορίζικος καί ορφανός φονιάς κι αυτόχειρ.

Ιούλιος 1996

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα