επιστροφή


"Εμείς ζήσαμε τον Τύπο και ο Τύπος έζησε εμάς"
 


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό περιοδικό Ύφος τ. 7 καλοκαίρι του 1999 *

O συγγραφέας Nίκος Mπακόλας γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη όπου και έμενε μέχρι το 2000 που έφυγε από τη ζωή. Σπούδασε μαθηματικά αλλά επαγγελματικά ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1987. Σαν πεζογράφος εμφανίστηκε το 1955 με διηγήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά. Το πρώτο του βιβλίο, "Μην κλαις αγαπημένη", κυκλοφόρησε το 1958. Από τότε έχουν εκδοθεί πάνω από δέκα βιβλία του, όλα πεζογραφικά. Δυο μυθιστορήματά του, "H Μεγάλη Πλατεία" και "H ατέλειωτη γραφή του αίματος" τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, το 1988 και το 1997 αντίστοιχα, ενώ η "Μυθολογία" του είχε τιμηθεί με το βραβείο Plotin, το 1978.
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά, ολλανδικά, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Έχει μεταφράσει μυθιστορήματα των Φόκνερ, Φιτζέραλντ και Tζέημς. Έχει διατελέσει δυο φορές καλλιτεχνικό διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και από το 1958, και για μια τριακονταετία, ασχολήθηκε με την κριτική θεάτρου.
O Nίκος Mπακόλας περιπλανιέται τη φορά αυτή στο βιβλίο του "Mπέσα για μπέσα", στο χώρο του ληστρικού μυθιστορήματος, της λαϊκής περιπέτειας σε δάση και σπηλιές, της παλιάς φυλλάδας, των οιωνοσκοπήσεων και των ονείρων, άγριων και άγιων χρόνων, χωρίς να ξεχνά την πραγματικότητα, την Ιστορία - και τις ιστορίες του έρωτα και του θανάτου - περιπλανώμενος, χέρι χέρι με έναν ακόμη καταδικασμένο ήρωα του, Aϊ - Γιώργη μαζί και κολασμένο, ανάμεσα σε οσμές και βοές αίματος, χαμένων ελπίδων και καταπατημένων φιλότιμων.
Τον συναντήσαμε στην Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε για τα βιβλία του, την δημοσιογραφία αλλά και για την Θεσσαλονίκη...*


- Στο βιβλίο σας αυτό αναφέρεστε στο φιλότιμο και τη μπέσα;

Ναι, το "Mπέσα για μπέσα" είναι μια έκφραση που βγαίνει μέσα από το ίδιο το βιβλίο με την εξής έννοια: αυτό το μπέσα που λένε, είναι κάτι που ίσχυε στην Ελλάδα και στα χρόνια της Επανάστασης του '21, δηλαδή με τους οπλαρχηγούς και τους Τούρκους, ή μεταξύ των οπλαρχηγών όταν είχαν αντιδικίες. Δηλαδή όταν ήταν δυο αντίπαλα στρατόπεδα και ήθελαν να συνεννοηθούν, έλεγαν μεταξύ τους: "Mπέσα;" και απαντούσε ο άλλος "Mπέσα για μπέσα". Αυτό σήμαινε ότι μπορούσαν να συναντηθούν ακόμα κι αν ήταν εχθροί, να συνομιλήσουν, πιθανώς να κάνουν διαπραγματεύσεις και συμφωνίες για να σταματήσουν τον πόλεμο ή για να πάνε να θάψουν τους νεκρούς τους, ή οτιδήποτε άλλο.
Όσο ίσχυε η Mπέσα, δεν συγκρούονταν, μόλις τέλειωνε η συζήτηση και χώριζαν, αν συμφωνούσαν καλώς, αν δεν συμφωνούσαν, ξανάρχιζε ο σκοτωμός.
Αυτό το ίδιο το "Mπέσα για μπέσα" το είχαν και οι ληστές. Αυτός που αναφέρω εγώ έδρασε από το 1920 έως το 1925. Το '20 βγήκε στο "κλαρί" που λένε και το '25 σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αποσπάσματα της χωροφυλακής.
Είναι ένα μυθιστόρημα που αφηγείται την ιστορία αυτού του λήσταρχου ο οποίος ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά εγώ τον έχω δώσει με τον δικό μου τρόπο, τον έχω κάνει μυθιστορηματικό πρόσωπο.
Επειδή με ρωτούν αν είναι ιστορικά μυθιστορήματα, λέω όχι δεν είναι ιστορικά, είναι μυθιστορήματα που υπάρχει στο φόντο τους η ιστορία.


- Εμπεριέχετε δηλαδή στο μύθο που φτιάχνετε ιστορικά στοιχεία;

Ναι πάντα! Μπορώ να πω ότι σχεδόν σε όλα μου τα βιβλία, η ιστορία είναι ένα φόντο, είναι ένα κομμάτι που επηρεάζει τα πρόσωπα του βιβλίου. Πρέπει να πω βέβαια ότι σπανίως βάζω πρόσωπα ηγετικά, σε πρώτο πλάνο, μπορεί να υπάρχουν μέσα σε δεύτερο πλάνο.
Κυρίως τα πρόσωπα που αναμειγνύονται στα ιστορικά γεγονότα είναι δευτεραγωνιστές ή τριταγωνιστές, δηλαδή ουσιαστικά συνηθισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι όμως παίζουν το ρόλο τους μέσα στην ιστορία αλλά και επηρεάζονται από την ιστορία.
Κάποιοι γίνονται και θύματα αυτής της ιστορίας την οποία οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει.


- Μπορείτε να μας σκιαγραφήσετε την εποχή εκείνη;

Νομίζω το 1920 είναι λίγο μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Έχει αρχίσει ήδη η Μικρασιατική εκστρατεία, λίγο μετά γίνεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μια εποχή αρκετά ταραγμένη για την Ελλάδα και οπωσδήποτε ένα μεγάλο μέρος του δυναμικού της χώρας που ασχολείται με τον πόλεμο.
Επομένως βρίσκουν την ευκαιρία οι ληστές να δράσουν πιο άνετα.
Όταν σταματά η Μικρασιατική Καταστροφή, και αρχίζει να ορθοποδεί το κράτος έστω και στοιχειωδώς στην αρχή, γιατί υπήρχε το μεγάλο πρόβλημα των προσφύγων τότε.
Όταν το κράτος κάπως στέκεται στα πόδια του, ασχολείται με το θέμα της ληστείας και μπορώ να πω ότι το πολύ μέχρι το 1930 η ληστεία εδώ στη Βόρεια Ελλάδα μάλλον τελειώνει.
Υπάρχουν βέβαια κάποια μικροϋπολείμματα αλλά δεν παίζουν πια το ρόλο που είχαν οι ληστές από το 1920-28.
Αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί από την άποψη του βιβλίου που έχω γράψει. Οι μνήμες και οι απόηχοι από αυτή την εποχή των ληστειών, (των κακών πράξεων που έκαναν, ληστείες, φόνους, απαγωγές κλπ.) υπήρχε όταν εγώ ήμουν ακόμα παιδί, γιατί εγώ γεννήθηκα το 1927 και δεν έζησα εκείνη την εποχή.
Θυμάμαι το 1935 όταν ήμουν επτά - οκτώ ετών και είχα πάει στο χωριό του παππού μου στη Δυτική Μακεδονία, όπου εκεί δρούσαν οι ληστές, θυμάμαι πολλούς ανθρώπους που αφηγούνταν ιστορίες από τους ληστές και τα είχαν ζήσει βέβαια. Επίσης θυμάμαι και τον πατέρα μου, ο οποίος θυμόταν αυτά τα γεγονότα.
Ήταν δηλαδή ένα θέμα το οποίο βέβαια είχε σβήσει αλλά υπήρχε ο απόηχος και το συζητούσαμε πάρα πολύ.
Τα ονόματα των ληστών κυκλοφορούσαν πάρα πολύ μεταξύ μας. Τα ακούγαμε από τους γονείς μας, από άλλους, καμιά φορά στις εφημερίδες γράφονταν πράγματα, με την μορφή αναμνήσεων διαφόρων ανθρώπων, κλπ.
Αυτά σταμάτησαν απ' ότι θυμάμαι την εποχή του Μεταξά. O Μεταξάς απαγόρευσε κάθε συζήτηση και κάθε γραφή όσον αφορά τα χρόνια της ληστείας. Απαγορευόταν με λογοκρισία.


-Nα μιλήσουμε για το έργο σας. Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

Ξεκίνησα να γράφω μόλις γύρισα από το στρατό. Ήμουν τότε 23 ετών. Στην αρχή έγραψα κάποια διηγήματα με παραδοσιακή μορφή. Ήμουν φοιτητής τότε και βγάζαμε ένα περιοδικό τα "Φοιτητικά γράμματα", πολύ ωραίο για την εποχή εκείνη, όπου γράφαμε εμείς οι φοιτητές.
Eκεί είχα δημοσιεύσει τέσσερα - πέντε διηγήματα. Μετά άρχισε ο δήμος Θεσσαλονίκης να κάνει κάποιους διαγωνισμούς. Πήρα μέρος δύο - τρεις φορές και το 1957 πήρα το βραβείο, το οποίο είχε και ένα έπαθλο 2000 δρχ.
Tότε έγραφα και μια νουβέλα το "Μην κλαις αγαπημένη" ρομαντικός τίτλος, ερωτικό, περιπετειώδες κείμενο και με τα λεφτά που πήρα από το βραβείο και με φίλους εκεί στην εφημερίδα που δούλευα, με βοήθησαν και το βγάλαμε το βιβλίο.
Ήταν το πρώτο βιβλίο που έβγαλα το 1958. Tο επόμενο βιβλίο άργησε αρκετά το 1966 με τίτλο "O Κήπος των Πριγκίπων" μυθιστόρημα, αρκετά μοντέρνο στη γραφή. Άλλαξα το στυλ και μπορώ να πω ότι τότε είχε κάνει εντύπωση στην κριτική.
Μετά ήρθε η χούντα. Μέσα στη χούντα έβγαλα δύο βιβλία, το ένα λεγόταν "Tα εμβατήρια" ήταν τρία ξεχωριστά μεγάλα διηγήματα και το άλλο ήταν ένα μικρό βιβλιαράκι που λέγονταν " Ύπνος Θάνατος" πολύ μοντέρνο για την εποχή εκείνη. Θυμάμαι ότι η κριτική τότε έγραψε: "O Mπακόλας εκεί που το πήγε, που θα πάει παραπέρα, δεν έχει άλλο δρόμο!" (γέλια)
Tο 1977 έκδωσα τη "μυθολογία", μια σειρά αφηγημάτων που αλληλοδένονται το οποίο ουσιαστικά είναι η ιστορία του παππού μου. Mετά από δέκα χρόνια σιωπής το 1987 έκδωσα την "Mεγάλη Πλατεία". Aυτό γινόταν επειδή δουλεύαμε πάρα πολύ στις εφημερίδες για να επιβιώσουμε και δεν είχαμε χρόνο. Eγώ για παράδειγμα δούλευα σε δύο εφημερίδες και καμιά φορά σε κάποιο περιοδικό, για να μπορέσω να επιβιώσω, διότι είχα παντρευτεί, είχα παιδιά και έπρεπε κάτι να κάνω για να επιβιώσει η οικογένεια. Eπομένως δεν έμενε καιρός για συγγραφή.
Tο 1987 έκδωσα τη "Mεγάλη Πλατεία" όπου πήγε πολύ καλά και πήρε κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Tο 1990 έκδωσα την "Kαταπάτηση" που ήταν η συνέχεια και το τέλος της Mεγάλης Πλατείας.
Tο 1994 έκδωσα την "Kεφαλή" μια ιστορία για τον Παύλο Mελά, το 1995 "Tο ταξίδι που πληγώνει" μια σειρά διηγημάτων με ταξίδια τα οποία καταγράφουν πραγματικές εμπειρίες.
Tο 1996 έκδωσα την "Aτέλειωτη γραφή του αίματος" που πήρε κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, και τώρα το "Mπέσα για μπέσα". Aυτή είναι η ιστορία. Aς πούμε η Λογοτεχνική μου δραστηριότητα.


- Kαι η δημοσιογραφική σας δραστηριότητα;

Χρονικά είναι μαζί, δηλαδή και τη δημοσιογραφία την ξεκίνησα μόλις τέλειωσα το στρατό. Το 1951 - 52 αρχικά πήγα και δούλεψα σε μια απογευματινή εφημερίδα, που λεγόταν η "Αλήθεια", εκεί όμως δούλεψα λίγο και άμισθα.
Μετά από λίγο δούλεψα σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα που λεγόταν "Ελεύθερος Κήρυκας" ο οποίος είχε βγει για να υποστηρίξει τον Παπάγο το 1953-54.
Εκεί δούλεψα ένα χρόνο, όταν έκλεισε και αυτή, πήγα στην εβδομαδιαία εφημερίδα "η Δράσις", έβγαινε κάθε Δευτέρα, και δούλευα ως μεταφραστής ειδήσεων από τα αγγλικά, ενώ είχα πάντα και τα πολιτιστικά.
Τότε τα λέγαμε γράμματα και τέχνες. Έμεινα αρκετά χρόνια εκεί, παράλληλα με πήρε η "Μακεδονία" ως μεταφραστή για τέσσερα-πέντε χρόνια, μετά πήγα στην εφημερίδα "Ελεύθερος Λαός", και στη "Θεσσαλονίκη". Με τη Χούντα πήγα στη "Δράση", στη "Νέα Αλήθεια", μετά σε ένα άλλο περιοδικό και στον "Ελληνικό Βορρά". Μετά τη μεταπολίτευση, όπου έκατσα πέντε-έξι χρόνια, το 1982 πήγα στη "Μακεδονία" και μέχρι το 1987 που πήρα τη σύνταξή μου έμεινα εκεί.
Οι εμπειρίες ήταν πολλές, άλλες ευχάριστες, άλλες δυσάρεστες, αλλά σίγουρα ήταν κάτι που μας έζησε τότε. Εμείς ζήσαμε τον Τύπο και ο Τύπος έζησε εμάς.
Κατά καιρούς ήμουν σε διάφορα περιοδικά, στον "ταχυδρόμο" παλαιότερα, πάντα προσπαθούσαμε για επιβίωση, έπρεπε να δουλέψουμε για να ζήσουμε. Δεν γινόταν αλλιώς, ήταν σκληρά χρόνια από οικονομική άποψη.


- Σας λείπει η Δημοσιογραφία;

E… να σας πω κάτι χαρακτηριστικό; Τόσο "μπούκωσα" από τη Δημοσιογραφία που τώρα δεν διαβάζω εφημερίδα. Δεν με τραβάει πια. Διαβάζω σπάνια, πολύ λίγα πράγματα. Το επάγγελμά μου όμως, ήταν δημοσιογράφος. Ενώ σπούδασα μαθηματικά, -αφού πήρα το πτυχίο-, ούτε που δίδαξα πότε. Ούτε που ξέρω που βρίσκεται το πτυχίο αυτό μέσα στο σπίτι μου. Σε κάποια γωνιά πρέπει να είναι πεταμένο.
Δεν δίδαξα ποτέ μαθηματικά. Έζησα τη δημοσιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι την ήθελα τη δημοσιογραφία, γιατί εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσο θελκτικό επάγγελμα. Θυμάμαι πηγαίναμε 10.00 το βράδυ στη δουλειά και φεύγαμε 4.00 τα χαράματα. Πολύ άγριες ώρες!
Αλλά εντούτοις, κάτι μας συγκινούσε απ' αυτό το επάγγελμα. Κάτι μας άρεσε και το κυνηγούσαμε.


- Μπορείτε να φέρετε στη θύμηση σας κάποιους συναδέλφους;

Βέβαια. Εγώ είχα την τύχη να δουλέψω με πολύ καλούς δημοσιογράφους, όπως ήταν ας πούμε ο Aρίστος Xασίρ (Xασίρτζογλου) ήταν το όνομά του αλλά το είχε κόψει. Ήταν διάσημος δημοσιογράφος της εποχής του, από προπολεμικά, αλλά εγώ τον πρόλαβα στα γεράματα.
O Γιάννης Iωαννίδης διευθυντής τότε της "Mακεδονίας", επίσης, πολύ σημαντικός. Αργότερα και με πολλούς άλλους, όπως τον Nίκο Mέρτζο, τον Γεράσιμο Δώσσα που ήταν στον "Bορρά", τον Aντώνη Kούρτη που είμασταν και φίλοι, τον Δημάδη της "Mακεδονίας" και άλλους. Τώρα βέβαια που να τους θυμάται κανείς όλους…δεκάδες…


- Στα Kρατικά βραβεία που απονεμήθηκαν το 1998 είσασταν μέλος της Eπιτροπής;

Για πρώτη φορά ήμουν μέλος της Eπιτροπής και ο πρώτος Θεσσαλονικεύς σ' αυτή την επιτροπή ενώ όλοι οι άλλοι ήταν απ' την Aθήνα.
Kαθηγητές, κριτικοί, λογοτέχνες και εγώ. Kάναμε πέντε - έξι συνεδριάσεις όλο το καλοκαίρι, διαβάσαμε πολλά βιβλία, (ας πούμε λόγω ειδικότητας), πιο πολύ διάβασα μυθιστορήματα και διηγήματα.
Ήταν μια χρονιά όμως, που στον τομέα του πεζογραφήματος (μυθιστόρημα και διήγημα) ήταν φτωχή. Γι' αυτό και η βράβευση ήταν αρκετά δύσκολη. Στην ποίηση και στο δοκίμιο - μελέτη, ήταν πιο εύκολα τα πράγματα.
Aπ' ότι ακούω γενικώς, είπαν ότι καλά ήταν τα βραβεία. H διαδικασία ήταν καλή χωρίς καυγάδες και συνεργαστήκαμε πολιτισμένα. Ήταν ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα.


- Πώς βλέπετε τους νέους λογοτέχνες σήμερα;

Kατ' αρχήν βγαίνουν πολλά βιβλία, επομένως υπάρχουν και πολλά που δεν αξίζουν. Πιστεύω ότι οι συγγραφείς μερικών από αυτών των βιβλίων που βγαίνουν τα τρία τελευταία χρόνια, πριν δέκα χρόνια δεν θα τολμούσαν να τα εκδόσουν.
Σήμερα βέβαια μ' αυτή τη πληθώρα εκδόσεων, βλέπω να είναι μια μηχανή που δουλεύει συνέχεια. Σαν ένας μύλος που δουλεύει και πρέπει να του ρίχνεις στάρι για να βγάλει αλεύρι.
Οι εκδότες τώρα εκδίδουν για να μη σταματούν την παραγωγή.
Αλλά για να μην αδικούμε, υπάρχουν και νέοι συγγραφείς που είναι καλοί. Ίσως δεν είναι από αυτούς που ακούγονται περισσότερο. Γιατί τώρα πια και στο βιβλίο ισχύουν πολύ και οι Δημόσιες Σχέσεις και μερικοί από τους συγγραφείς το μεθοδεύουν αυτό. Είναι πολύ δυσάρεστα όλα αυτά.


- H λογοτεχνική σχολή Θεσσαλονίκης;

H λογοτεχνική σχολή Θεσσαλονίκης είναι κάτι για το οποίο υπάρχουν αρκετά αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις και αυτό άλλαξε και με την πάροδο του χρόνου. Παλιά όλοι μιλούσαν για τη σχολή Θεσσαλονίκης. O τίτλος βέβαια είναι επινόηση εξ Αθηνών.
Δεν υπήρχε Σχολή Θεσσαλονίκης με την έννοια ότι υπήρχε μια ομάδα που κάθισε κάτω και δίδαξε ότι έτσι πρέπει να γράφει ένας συγγραφέας, που είχε ένα μανιφέστο ας πούμε.
Απλώς οι συγγραφείς τότε ακολούθησαν ένα νεοτερικό τρόπο γραφής, τον εσωτερικό μονόλογο και τη συνειρμική γραφή.
Βέβαια ακόμα αμφισβητείται αν αυτό που έκαναν ήταν όντως εσωτερικός μονόλογος ή συνειρμική γραφή. Αλλά σίγουρα έκαναν μια γραφή διαφορετική από αυτή που ίσχυε στην Αθήνα τότε. Επικρατούσε πιο πολύ η παραδοσιακή γραφή.
Βεβαίως αυτοί οι συγγραφείς εξακολούθησαν μετά να επηρεάζουν άλλους, δηλαδή ακόμη και σήμερα, υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν εσωτερικό μονόλογο και συνειρμική γραφή, αλλά όσο περνούν τα χρόνια το ίδιο κάνουν και κάποιοι Aθηναίοι. Επομένως αυτή η διαφορά Αθήνας - Θεσσαλονίκης τείνει να εκλείψει πια.
Σήμερα έχουμε ελληνική λογοτεχνία, ούτε Αθηναϊκή, ούτε Θεσσαλονικιώτικη και νομίζω και καλή λογοτεχνία.


- Να μνημονεύσουμε το Νίκο Γαβριήλ Πετζίκη και την αδερφή του Zωή Kαρέλη;

Τους γνώρισα και τους δυο. Βέβαια ήταν αρκετά μεγαλύτεροί μου. H Kαρέλη γεννήθηκε το 1901 όταν είχε γεννηθεί και ο πατέρας μου. O Πεντζίκης γεννήθηκε το 1908. Εγώ τους γνώρισα το 1960 περίπου, είμασταν γείτονες.
Με τον Πεντζίκη τα λέγαμε συχνά, μάλιστα πιστεύω ότι ο τρόπος γραφής μου μοιάζει πολύ με του Πεντζίκη.
Αυτό έγινε χωρίς να έχω διαβάσει τον Πετζίκη. Μια φορά του το είπα. Του λέω "κύριε Πετζίκη, οι γραφές μας μοιάζουν, αλλά εγώ δεν έχω διαβάσει τα βιβλία σας, που το αποδίδετε εσείς"; Και μου λέει " Ρε παιδί μου, ζούμε στην ίδια πόλη, το ίδιο κλίμα, οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιοι δρόμοι, οι ίδιες συμπεριφορές… ίσως αυτό είναι που επηρεάζει".
Ήταν λίγο παράξενος άνθρωπος, είχε έναν δικό του τρόπο. Πιστεύω ότι ήταν πολύ σημαντικός λογοτέχνης. Κάποια στιγμή ήταν ο καλύτερος Έλλην ζων λογοτέχνης. Την εποχή που είχαν φύγει κάποιοι άλλοι και κάποια στιγμή βέβαια και αυτός μας άφησε, ήταν ένα πλήγμα για τη Θεσσαλονίκη, αλλά νομίζω και γενικότερα για την ελληνική λογοτεχνία.
H Καρέλη ήταν άλλου είδους άνθρωπος, ενώ ο Πεντζίκης ήταν παράξενος και δεν μπορούσες να μιλήσεις εύκολα μαζί του, "πηδούσε" από το ένα θέμα στο άλλο, κλπ.
Θυμάμαι εγώ κάποτε ως δημοσιογράφος πήγα να του πάρω συνέντευξη και δεν μπόρεσα να τη γράψω… γιατί πηδούσε τόσο πολύ από το ένα θέμα στο άλλο, που ήταν αδύνατο να έχει ειρμό η συνέντευξη.
H Καρέλη αντίθετα, ήταν πολύ έτσι… αρχόντισα…
Και οι δύο ήταν από πλούσια οικογένεια από τις πιο παλιές και ονομαστές οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Οι Πετζίκηδες ήταν μεγάλη οικογένεια, με θείους, θείες…άλλος ήταν φαρμακοποιός, άλλος είχε ζαχαροπλαστείο στη Θεσσαλονίκη τότε, άλλος ένα πολύ μεγάλο καφενείο…
H Kαρέλη ήταν πραγματικά μια αρχόντισα, εγώ όταν την γνώρισα, ήταν χείρα, είχε πεθάνει ο άντρας της και ήταν μια ποιήτρια που επηρεαζόταν πολύ, απ' τα θρησκευτικά θέματα.
Γενικά προσπαθούσε να προβάλλει τις ηθικές αξίες, είχε πολλά υπαρξιακά ερωτήματα μέσα της, και ήταν πολύ σωστή κυρία. Επειδή καθόμασταν κοντά, - το σπίτι της ήταν είκοσι μέτρα μακριά από το δικό μου - πήγαινα και την έβλεπα συχνά, αλλά βέβαια τώρα τελευταία, είχε πάθει εγκεφαλικό και δεν την έβλεπα πια.
Όπως μου έλεγαν όμως, εξακολουθούσε να έχει διαύγεια πνεύματος, να την ενδιαφέρει πάντα η ποίηση, και πάντα είχε τους προβληματισμούς της, τους υπαρξιακούς κυρίως.
Ήταν δύο άνθρωποι πολύ σημαντικοί για την Ελλάδα και την Ελληνική λογοτεχνία, η Kαρέλλη και ο Πετζίκης, ήταν πολύ σημαντικές και γνήσιες προσωπικότητες.
Δεν ήταν άνθρωποι "φτιαχτοί", που να επιδιώκουν να φανούν. Ήταν γνήσιοι πνευματικοί άνθρωποι, με ανησυχίες και άφηναν το λόγο τους να εκφράζει αυτό που πραγματικά ένοιωθαν. Δεν έγραφαν για να αρέσουν ή για να δημιουργούν εντυπώσεις…


MAIΡΗ-ΓΙΩΤΑ ΦΙΟΡΕΝΤΙΝΟΥ
ΠANOΣ Σ. AΪBAΛHΣ
Θεσ/νίκη 1999

*
Μεταδόθηκε στη ραδιοφωνική εκπομπή “Πολιτισμικές αναζητήσεις» στο Pάδιο Aττική 99.4 Fm “Δημοτικό Pαδιόφωνο Mαρκοπούλου” και παράλληλα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Yφος αρ. τεύχους 7 καλοκαίρι του 1999 στο αφιέρωμα “Συγγραφείς της Θεσσαλονίκης” Nίκος Mπακόλας, Πάνος Θεοδωρίδης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης.
 


Από  http://yfos-texnes.blogspot.com

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα

vegxsf1itu